ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

Η οικογένεια Γούναρη και ο ομότιμος Καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής και ερευνητής στο CERN, Δρ Γεώργιος Γούναρης από τη Βέροια

Γνωρίζαμε, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, την οικογένεια Γούναρη απ’ το βιβλιοπωλείο-τυπογραφείο που είχε ο πατέρας τους Γιάννης με τον αδερφό του Αναστάση. Ο Γιάννης Γούναρης απέκτησε τρία παιδιά, το Γιώργο, τη Λίνα (Ευθαλία) και τη Ρένα (Αικατερίνη), που διακρίθηκαν για τη μόρφωση και το ήθος τους.

Ο Γιώργος, ο μεγαλύτερος, ομότιμος καθηγητής στο Α.Π.Θ., ζει σήμερα στη Θεσσαλονίκη και τον συναντήσαμε στο σπίτι του στο Πανόραμα. Μαζί μας στη συνάντηση ήταν η σύζυγός του Πόπη και η αδερφή του Λίνα, που ζει και αυτή στη Θεσσαλονίκη.

Η καταγωγή σας είναι από τη Βέροια;

Είμαστε Βεροιώτες, μας λέει η κ. Λίνα, βέβαια ο προπάππος μας, ο Χατζηγιάννος, λένε ότι ήρθε απ’ την Πόλη κι ήταν γουναράς. Ο πατέρας μας ήταν ορφανός από πατέρα και μάνα.

Ο παππούς μας ο Γιώργος πήρε γυναίκα απ’ την οικογένεια Καρακωστή κι απέκτησε τρία παιδιά. Τον πατέρα μας Ιωάννη, την Ελισάβετ και τον Αναστάσιο.  Στη γέννα του Αναστάσιου η γιαγιά, η Ελένη Καρακωστή, πεθαίνει. Ο πατέρας μας ήταν τότε 4-5 χρονών.

Και μένει ο Γεώργιος Γούναρης με τα τρία ορφανά και, νομίζω ένα δύο χρόνια μετά, παντρεύεται μια Ναουσαία το γένος Λυσιμάχου, μια αρχοντοπούλα, η οποία δεν έκανε παιδιά και μεγάλωσε τα παιδιά που βρήκε.

Μετά από λίγα χρόνια όμως πεθαίνει κι ο Γεώργιος και μένει ο πατέρας μας σε ηλικία 10-12 ετών με τα 2 αδέλφια και τη μητριά του Ευθαλία. Οι δικοί της ήρθαν απ’ τη Νάουσα να την πάρουν πίσω, αλλά αυτή έμεινε να μεγαλώσει τα παιδιά κι ο πατέρας μας για να την τιμήσει έδωσε σε μένα, που ήμουν το πρώτο κορίτσι του, το όνομά της, Ευθαλία.

“ΑΣΤΗΡ”: H πρώτη εφημερίδα της Βέροιας!

Οι συγγενείς έστειλαν τότε τον πατέρα μας στη Θεσσαλονίκη για να μάθει την τέχνη του γουναρά. Αλλά αυτόν δεν τον ενθουσιάζει η τέχνη αυτή και φροντίζει να πάει σε νυκτερινό σχολείο, με σκοπό να γυρίσει στη Βέροια, να ανοίξει βιβλιοπωλείο και να εκδώσει την πρώτη τοπική εφημερίδα. 

Έγραφε άριστα κι όταν άρχισε ο Βαλκανικός πόλεμος, 16 χρονών τότε, πάει στο στρατηγό Μανουσογιαννάκη και του ζητάει να τον πάρει στο στρατό γιατί γνώριζε καλά τους δρόμους από τα Βοδενά προς τα Γιαννιτσά και σ’ όλη την περιοχή. Τον δέχονται στο στρατό και με την ευκαιρία αυτή γράφει και στέλνει ανταποκρίσεις από το μέτωπο στις εφημερίδες των Αθηνών, όπως στην ΠΑΤΡΙΔΑ κ.ά.

Όταν μπήκε ο στρατός στη Θεσσαλονίκη στην ανταπόκρισή του έκανε μια πολύ ωραία περιγραφή της απελευθέρωσης. 

Μετά τον πόλεμο ανοίγει στη Βέροια βιβλιοπωλείο-τυπογραφείο και εκδίδει το 1920 εφημερίδα με τον τίτλο «ΑΣΤΗΡ, Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΕΝ ΒΕΡΟΙΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ». Το βιβλιοπωλείο ήταν στην οδό Κεντρικής, εκεί που είναι σήμερα τα οπτικά Πελεκίδου. Μπροστά ήταν το βιβλιοπωλείο και πίσω το τυπογραφείο. Ο πατέρας μας απόκτησε μεγάλο κύρος στην πόλη από την εφημερίδα.

Η εφημερίδα ανήκε αποκλειστικά στον πατέρα μας ενώ το βιβλιοπωλείο και το τυπογραφείο τα είχε μαζί με τον αδερφό του. Όταν πέθανε ο πατέρας μας, το 1955, το βιβλιοπωλείο το κράτησε ο Αναστάσης ο θείος μας. 

Τι θυμάστε από την Βέροια κ. Γιώργο;

Έφυγα το 1956, για να σπουδάσω στην Αθήνα και απ’ την πόλη θυμάμαι την “Εληά” και τον “Παράδεισο” όπου βγαίναμε με τους γονείς μας, τον Σερεμέτα που πηγαίναμε για γλυκό και τον Πράπα. Θυμάμαι ακόμα κάτι πάστες που είχαν επάνω δύο πετεφούρια σαν φτερά πεταλούδας στον Πράπα. 

Ήμουνα συμμαθητής με τον Ιωάννη Δημητρακάκη, τον Βασίλειο Ιατρόπουλο, τον Ιωάννη Κουσαή, τον Αδάμο Καπρίνη. Και εδώ στη γειτονιά μένει τώρα κάποιος άλλος συμμαθητής μου, ο Ραντίδης, που είχαν φούρνο στην αγορά. 

Με τις σπουδές σας πώς ξεκινήσατε;

Ο πατέρας μου, όσο ζούσε, μου έλεγε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να σπουδάσω κι έπρεπε να πάω στο μαγαζί ν’ αρχίσω να δουλεύω. Τώρα πώς τα έφερε ο Θεός και βρέθηκα στην Αθήνα κι όλα τα μετέπειτα κι εγώ δεν ξέρω καλά καλά. Και τελικά σπουδάσαμε όλα τα παιδιά. Εγώ σπούδασα ηλεκτρολόγος μηχανολόγος, η Λίνα πολιτικός μηχανικός και η Ρένα, φυσικός.

Όλοι δηλαδή στις θετικές επιστήμες!

Ξέρετε ήρθαν την περίοδο εκείνη νέοι καθηγητές στο σχολείο μας στη Βέροια όπως ένας Ντινόπουλος, ο οποίος αγαπούσε το αντικείμενό του και μας είχε εμπνεύσει ενδιαφέρον για τη φυσική. Θυμάμαι είχε φωνή καμπάνα και δεν μπορούσες να κοιμηθείς στο μάθημά του... 

Μας μάζευε και μας έκανε φροντιστήριο και εκτός των ωρών του σχολείου. Έτσι πολλοί στραφήκαμε τότε στις θετικές επιστήμες και στο Πολυτεχνείο. 

Βέβαια ήταν και διαφορετικές εποχές. Τότε στις οικονομικές σχολές πήγαιναν οι λιγότερο καλοί μαθητές, ενώ σήμερα, θα έλεγα, γίνεται το αντίθετο. Την εποχή μας αυτό που επικρατούσε ήταν: Να μάθεις να κάνεις κάτι σωστά. Σήμερα η νοοτροπία είναι να μάθεις να πουλάς σωστά κάτι που έχει κάνει κάποιος άλλος...

Εσύ είσαι Έλληνας, θα το ξέρεις...!

Το φυσιολογικό τότε ήταν να πάρεις το δίπλωμα και να μπεις στην παραγωγή. Όμως ένας καθηγητής μας, ο Πέτρος Κριεζής, έρχεται θυμάμαι μια μέρα και μας λέει: Υπάρχουν μερικά πολύ ωραία πράγματα παιδιά που δεν διδάσκονται εδώ μέσα. 

Μας μαζεύει λοιπόν στη βιβλιοθήκη κι αρχίζει να κατεβάζει βιβλία και να μας δείχνει διάφορα πράγματα που για μένα ήταν αποκάλυψη και από τότε αποφάσισα να γίνω φυσικός. 

Η Φρειδερίκη τότε, που είχε λόξα με τη Φυσική, ίδρυσε στο Δημόκριτο μια σχολή Φυσικής και Φιλοσοφίας της Επιστήμης. Πήγα λοιπόν και εκεί μετά το Πολυτεχνείο και μάλιστα θυμάμαι και την ίδια τη Φρειδερίκη που ερχόταν κάποιες φορές.  

Μετά έστειλα αίτηση και με δέχθηκαν στο Σικάγο, όπου θα εργαζόμουν και σαν βοηθός και θα εξασφάλιζα τα έξοδά μου. Στο Σικάγο πήρα μάστερ και έκανα το διδακτορικό μου. Όταν πήγα στην Αμερική να σπουδάσω είχε πάει πριν από μένα κάποιος Τικτόπουλος. Αυτός άφησε τόσο καλό όνομα, που εξαιτίας του αντιμετώπιζαν όλους τους Έλληνες με θετική διάθεση, δηλαδή αυτός άνοιξε το δρόμο και στους επόμενους Έλληνες. 

Τόσο καλή φήμη δημιούργησε που σ’ ένα μάθημα μαθηματικών ο καθηγητής, ένας Γερμανός, ρωτούσε με τη σειρά όλους για μια εξίσωση: Εσύ το ξέρεις; όλοι έλεγαν άλλα αντί άλλων. Μόλις φτάνει σ’ εμένα με προσπερνάει και λέει: Εσύ είσαι Έλληνας, θα το ξέρεις...! 

Στην Αμερική ήταν όλα πιο εύκολα;

Τώρα όλα τα θυμάμαι σαν παραμύθι, υπήρχαν όμως πολλές δυσκολίες, αλλά, ως συνήθως, τα αρνητικά και τα δύσκολα τα ξεχνάμε. Βέβαια πάντα ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα και να δουλέψω εδώ. Οι περισσότεροι φίλοι μου ήθελαν να κάνουν καριέρα και να μείνουν στην Αμερική ή στην Ευρώπη. Άλλοι βέβαια, οι πειραματικοί επιστήμονες, δεν μπορούσαν να γυρίσουν στην Ελλάδα διότι δεν υπήρχαν εργαστήρια και τεχνικές προϋποθέσεις για να δουλέψουν εδώ. 

Πάντως γενικά πιστεύω ότι καλά κάνουν και μένουν κάποιοι Έλληνες στο εξωτερικό. Είναι οι καλύτερες πρεσβευτές της Ελλάδος. Η γνώμη που έχουν για την Ελλάδα οι ξένοι, είναι η γνώμη που έχουν για τους Έλληνες που γνωρίζουν. Εάν ο Έλληνας που ξέρουν, είναι απατεώνας, τότε νομίζουν ότι όλοι στην Ελλάδα είναι απατεώνες. 

Θυμάμαι ένας ηλικιωμένος συμπατριώτης μου έλεγε: Τους Έλληνες εδώ μας είχαν του κλώτσου και του μπάτσου, τους Ιταλούς τους θεωρούσαν μαφιόζους κι εμάς βοηθούς μαφιόζων. Δεν μας είχαν σε καμιά υπόληψη. Όταν όμως άρχισε ο πόλεμος του ’40 και γράφανε οι εφημερίδες για τους γενναίους Έλληνες, τότε μας σταματούσαν οι άνθρωποι στο δρόμο να μας χαιρετίσουν. 

Σήμερα βέβαια οι Έλληνες της Αμερικής έχουν μπει και στα πανεπιστήμια, την πολιτική, τις τράπεζες και αποτελούν ένα πολύ ισχυρό λόμπι.

Πόσο καιρό μείνατε στην Αμερική;

Πήγα το ’65 κι έμεινα 5 χρόνια. Τέσσερα χρόνια ήταν το διδακτορικό μου κι ένα χρόνο δούλεψα. Μετά αποφάσισα να γυρίσω. Είχα εδώ τη μάνα και τις αδερφές μου. 

Όταν γύρισα, το ’70, η μικρή μου αδερφή είχε ήδη μετακομίσει στην Αθήνα κι εργαζόταν εκεί.  Τότε κρατούσαμε ακόμη τη σχέση με τη Βέροια. Πηγαίναμε ψηφίζαμε, είχαμε συγγενείς, αλλά σιγά-σιγά, λόγω και της ηλικίας, άρχισαν κι αυτοί να φεύγουν απ’ τη ζωή. 

Ένας λόγος να έρχεστε πάλι στη Βέροια!

Στη Βέροια ο Καθ. Βαρλάμης ετοιμάζει, σε συνεργασία με τον μητροπολίτη, μια Κρύπτη για τον Απ. Παύλο, ένα μνημείο που θα αναβιώνει την επίσκεψη του Παύλου στη Βέροια. 

Βέβαια, θα έρθουμε να το δούμε, απαντά αμέσως ο κ. Γιώργος.

Οι Βεροιείς, μου κάνει εντύπωση, μας λέει η κ. Λίνα, κράτησαν ζωντανή τη μνήμη για το σημείο που ήρθε ο Παύλος. Πουθενά αλλού δεν υπάρχει. Βέβαια ο πατέρας μας, σε μια ανταπόκρισή του από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, έχει μια φωτογραφία με το Βήμα του Απ. Παύλου στη Θεσσαλονίκη, χωρίς όμως να αναφέρει το σημείο που βρίσκεται.

Σε σχέση με την επιστήμη σας πώς ήταν τότε η κατάσταση στην Ελλάδα;

Κοιτάξτε την εποχή εκείνη είχε ιδρυθεί ήδη το CERN και γενικά στην Ευρώπη υπήρχαν οι προϋποθέσεις. Όταν γύρισα, άρχισα να δουλεύω στο Δημόκριτο και ξεκίνησα επαφές με το CERN. Το ένα έφερνε το άλλο. Στο CERN, όπου η Ελλάδα είναι ιδρυτικό μέλος, πήγαινα σαν ερευνητής.   

Ποιο ήταν το αντικείμενο της εργασίας σας στο CERN;

Εγώ ειδικεύτηκα στη Φυσική Στοιχειωδών Σωματιδίων από τη θεωρητική πλευρά.

Σε πιο απλή γλώσσα τι σημαίνει αυτό;

Κοιτάξτε εσείς, ο περισσότερος κόσμος, γνωρίζει τα άτομα που είναι ηλεκτρόνια γύρω από έναν πυρήνα. Ο πυρήνας αποτελείται από πρωτόνια και νετρόνια που στη συνέχεια διαπιστώσαμε ότι αυτά δεν είναι στοιχειώδη και αποτελούνται από άλλα πιο στοιχειώδη συστατικά όπως είναι τα κουάρκς κλπ, κλπ. Αυτό είναι το αντικείμενο της δουλειάς μου.

Θα μπορούσατε να μας εξηγήσετε και τι είναι αυτό το περίφημο «σωματίδιο του Θεού»;

Έχω δουλέψει πολύ πάνω στο θέμα αυτό τα τελευταία 15 χρόνια. Η βασική φιλοσοφία είναι η εξής. Βέβαια οτιδήποτε ακατανόητο πω μπορείτε να με διακόψετε. Αναπτύχθηκε λοιπόν μία θεωρία που έχει σαν κινητήριο δύναμη την ομορφιά. Το σωστό, το αληθινό, είναι όμορφο. Ο Θεός έτσι τα έχει κάνει.  Το αδύνατο σημείο αυτής  της θεωρίας ήταν ότι τα στοιχειώδη σωμάτια δεν είχαν ακτίνες, δεν ήταν σαν μπαλίτσες, ας πούμε. Μπορούσαν να πλησιάσουν απείρως κοντά το ένα στο άλλο. Όταν όμως πλησιάζει απείρως το ένα με το άλλο, οι δυνάμεις έχουν την τάση να απειρίζονται, και μαζί τους απειρίζονται κι οι ενέργειες. Δηλαδή δύο σωμάτια, όταν τα πλησιάζεις τόσο κοντά, μπορεί να έχουν τόση ενέργεια όση έχει όλο το σύμπαν. Όπως καταλαβαίνετε μπαίνουμε σε θέματα όπου αρχίζουμε να παραβαίνουμε την κοινή λογική... 

Αυτό έχει να κάνει με τη σχέση ύλης και αντιύλης;

Είναι μέρος αυτού του θέματος. Η ύλη και η αντιύλη είναι το προηγούμενο στάδιο. Τώρα ας πάμε στο περίφημο «σωματίδιο του Θεού». Όταν λοιπόν πλησιάζουμε τόσο κοντά, έχουμε προβλήματα κατανοήσεως επειδή δεν μπορούν να εμποδιστούν δύο σωμάτια να πλησιάσουν το ένα το άλλο και δεν ξέρουμε πώς να κατανείμουμε τις ενέργειες.

Οι δυσκολίες προέρχονται από την μάζα. Αν η μάζα στις πρώτες στιγμές της Δημιουργίας μηδενιζόταν, το πρόβλημα θα λυνόταν. Ο μηχανισμός του Χιγκς (Higgs)  αποτελεί έναν τρόπο να επιτευχθεί αυτό. Σύμφωνα με αυτόν, αν φαντασθούμε ολόκληρο το Σύμπαν σαν μια λίμνη, τότε το νερό της λίμνης αντιστοιχεί με το πεδίο Χίγκς.  Όταν υπάρχει  νερό στη λίμνη, αυτό δυσκολεύει την κίνηση σωματιδίων μέσα σ’ αυτήν. Και την δυσκολία αυτή την αποκαλούμε μάζα των σωματιδίων που προσπαθούν να την διασχίσουν..  Δεν συναντούν όλα τα σωμάτια την ίδια δυσκολία, ... και για αυτό δεν παίρνουν όλα την ίδια μάζα. Μερικά μάλιστα σωμάτια, όπως τα κβάντα του φωτός, δεν συνάττουν καμία δυσκολία, και δεν παίρνουν καθόλου μάζα. Τα περισσότερα όμως δυσκολεύονται.  

Στις αρχές της Δημιουργίας όμως, που η θερμοκρασία ήταν πολύ μεγάλη, δεν υπήρχε νερό στη λίμνη, δεν υπήρχε δηλαδή η μάζα. Το γεγονός δηλαδή ότι στην αρχή της Δημιουργίας δεν υπάρχει μάζα, αυτό μας λύνει το πρόβλημα και τις ανωμαλίες και τους απειρισμούς που αναφέραμε και επομένως το όλο σύστημα γίνεται συμβατό με την λογική.  Η μάζα όμως είναι αποτέλεσμα της σημερινής κατάστασης του σύμπαντος, που η θερμοκρασία του υπολογίζεται στους 3 βαθμούς Κέλβιν, δηλαδή κάπου -270 βαθμούς Κελσίου. Στην αρχή όμως ήταν πολύ μεγάλη. Πάρα πολύ μεγάλη. Το πεδίο λοιπόν του Χιγκς μας χρειάζεται για να λύσουμε το πρόβλημα της μάζας.

Τώρα βέβαια πρέπει αυτό να το μεταφέρουμε και στο πειραματικό επίπεδο. Πώς δηλαδή ο πειραματικός θα αποδείξει ότι όλα αυτά είναι αλήθεια και δεν είναι παραμύθια. Έρχεται λοιπόν και μας λέει ότι για να έχει νερό η “λίμνη” θα έχει και κυματάκια. Κυματάκια που τρόπον τινά δημιουργούνται από το ταρακούνημα στον κενό χώρο που προκαλεί ο μεγάλος επιταχυντής. Τα κυματάκια αυτά στη κβαντική θεωρία αντιστοιχούν με σωμάτια. Και ένα τέτοιο σωμάτιο κατάφεραν το 2012 να το βρουν και να το μετρήσουν. Άρα σου λέει για να υπάρχουν κυματάκια, θα υπάρχει και νερό. Τα σωμάτια Χιγκς λοιπόν στο παράδειγμά μας, είναι τα κυματάκια στη λίμνη.

Διάβασα σε μια ομιλία σας ότι: Το σύμπαν μας γεννήθηκε και εξακολουθεί να υπάρχει, γιατί κάποιος  καθόρισε και διατηρεί με φανταστική ακρίβεια τις τιμές των παραμέτρων...

Εδώ εννοώ ότι εάν δεις τις εξισώσεις, είναι πάρα πολύ ασταθείς. Κανονικά το Σύμπαν θα έπρεπε να είχε πεθάνει αμέσως μόλις γεννήθηκε, πριν προλάβει να μας φιλοξενήσει... Οι διάφορες αρχικές συνθήκες πρέπει να προκαθοριστούν από Κάποιον.

Αυτός ο κάποιος δηλαδή ποιος είναι;

Ο Θεός βέβαια είναι αυτός. Κι όταν αρχίσεις και το κοιτάς έτσι, βλέπεις ότι μόνο τα αληθινά είναι όμορφα. Το Σύμπαν έχει μια απίστευτη ομορφιά και συμμετρία, που με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσες να εξηγήσεις επικαλούμενος κάποια μορφή θεωρίας εξελίξεως.

Κάπου γράφει: ζητήστε την ομορφιά και θα βρείτε την αλήθεια. Όταν ψάχνεις μια θεωρία για να εξηγήσεις κάτι, αν είναι πολύ μπερδεμένη, κάτι δεν πάει καλά. Όπως ο Κοπέρνικος που έκανε κάτι απλό όταν άρχισε να μελετάει τους πλανήτες. 

Να προσθέσω εδώ ότι περίπου 150 χρόνια πριν τον Κοπέρνικο έζησε στην Τραπεζούντα ένας Μιχαήλ Χωνιάτης, που η αντίστοιχη εργασία του ελάχιστα υπολείπεται του Κοπέρνικου. Είναι αξιοθαύμαστος... Η πατρίδα του η Τραπεζούντα και ολόκληρη η βυζαντινή αυτοκρατορία καταρρέει και αυτός κάνει έρευνα και παράγει πολιτισμό.. Στο χώρο αυτό τον ελληνικό, ποτέ δεν σταμάτησε να παράγεται πολιτισμός... Παρ’ όλη μας την γκρίνια...

Δηλαδή διαλέξατε μια επιστήμη που σας φέρνει πιο κοντά στο Θεό;

Κοιτάξτε, εγώ δεν διάλεξα τίποτε, εγώ στην αρχή σπούδασα Ηλεκτρολόγος-Μηχανολόγος χωρίς να ξέρω τι είναι... Βασικά δεν βλέπω κάτι να διάλεξα εγώ.

Μετά, όταν πήγα στην Αμερική σ’ ένα Γιαπωνέζο καθηγητή, μήπως ήξερα τι κάνει αυτός. Μου άρεσε λίγο η φάτσα του, μου άρεσε ο τρόπος που κάνει το μάθημα, δεν ήξερα που θα καταλήξει... ούτε και νομίζω υπάρχει κανένας που να ξέρει....

Με τη σύζυγό σας πώς βρεθήκατε;

Γνωριστήκαμε με προξενιά. Η Πόπη γεννήθηκε στη Νάξο κι είναι πολύ περήφανη για το νησί που έχει βγάλει μεγάλους αγίους όπως τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και τον άγιο Νικόλαο τον Πλανά.

Στην Κόρωνο γεννήθηκα, συμπληρώνει η κ. Πόπη, είναι το πιο ψηλό χωριό, έχω πολλά χρόνια όμως να ξαναπάω εκεί, βλέπετε οι περισσότεροι απ’ το σόι έφυγαν, μετακόμισαν στην Αθήνα. Έμειναν βέβαια κάποια ξαδέρφια, βλέπετε είμαστε περισσότερα από 70 πρώτα ξαδέρφια. Ο παππούς και η γιαγιά μου έκαναν 12 παιδιά, έζησαν τα 9 και όλα ήταν πολύτεκνα.

Το προξενιό πού έγινε; στη Νάξο ή στη Θεσσαλονίκη;

Εδώ, ήμουνα φοιτήτρια στη Φιλοσοφική όταν γνωριστήκαμε.

Και άριστη, συνεχίζει η κ. Λίνα.

Και δουλέψαμε, συμπληρώνει ο κ. Γιώργος, μαζί 7 χρόνια στα Γιάννενα στο Πανεπιστήμιο, από το ’72 ως το ’78, μετά πήγα ενάμισι χρόνο στο CERN και στη συνέχεια προκηρύχθηκε η έδρα και ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη.

Κάνατε μεγάλη οικογένεια;

Αποκτήσαμε οκτώ παιδιά. Τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Τώρα είμαστε στη φάση του ξεπαιδιάσματος.

Προσπαθήσαμε να τα μεγαλώσουμε κοντά στην εκκλησία. Κάθε παιδί παίρνει το δικό του δρόμο και κάνει τις επιλογές του. Δυο απ’ τις κόρες μας έγιναν μοναχές. Από τ’ άλλα παιδιά ένας είναι στο Κέμπριτζ γιατρός, ένας είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός στο υπουργείο υποδομών, ο Κωστής, που μένει μαζί μας, είναι μαθηματικός, ο Αναστάσης είναι επίκ. Καθηγητής στη Σχολή Πληροφορικής, η Μαρία είναι Δρ βιολόγος και δουλεύει στο Μιλάνο κι η μικρότερη κόρη μας, η Χριστίνα, σπουδάζει.

Αν κάνατε ένα απολογισμό τι θα λέγατε; ποιο είναι το νόημα της ζωής;

Κοιτάξτε, ούτε πότε έγινα 75 χρονών κατάλαβα, ούτε πότε γέρασα, κατάλαβα. Περνάει η ζωή αυτή πάρα πολύ γρήγορα...

Το νόημά της είναι ο Χριστός, δεν υπάρχει άλλο νόημα. Πρέπει να γνωρίσει ο άνθρωπος το Χριστό και κοντά σ’ Αυτόν να σωθεί, ν’ αποκτήσει την αιωνιότητα.

Στα νέα παιδιά που ετοιμάζονται να ξεκινήσουν τη δική τους διαδρομή στις συνθήκες της «κρίσης» τι μπορείτε να πείτε απ’ τη δική σας εμπειρία;

Εγώ αισθάνομαι το χέρι του Θεού που κρατάει την Ελλάδα, τη βοηθάει! Εντυπωσιάζομαι που είμαστε καλύτερα απ’ όλους τους γύρω μας, ανατολικούς και νότιους γείτονες. Έχουμε γίνει όμως πολύ υλιστές, έχουμε μάθει στην καλοπέραση...

Έχει ο Θεός! Να μη χάνουμε την πίστη και την αισιοδοξία μας. Οι γονείς μας έζησαν σε πολύ πιο δύσκολες καταστάσεις, διχασμούς, πραξικοπήματα, εμφύλιους... Να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό. 

Π. Τροχόπουλος, Ι. Γιάνναρης, Αστ. Νένος