- ΣΧΟΛΙΑ
- Posted
- Διαβάστηκε 126 φορές
Ποδόσφαιρο: Από τη χαρά της "κληρονομιάς" στο πένθος της αλήθειας
Μια ιδιαίτερα όμορφη και συμβολική ποδοσφαιρική ιστορία εξελίσσεται στη Βέροια, αποδεικνύοντας ότι στο ποδόσφαιρο τίποτα δεν είναι τυχαίο. Την περίοδο 1994–1997 οι Δήμος και Κυριάκος Καρασαββίδης υπήρξαν συμπαίκτες στη «Βασίλισσα του Βορρά», φορώντας την ίδια φανέλα και υπηρετώντας τον ίδιο σύλλογο. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο.
Σήμερα, οι γιοι τους, Αντώνης (γιος του Δήμου) και Δημήτρης (γιος του Κυριάκου), συναντιούνται ξανά στα αποδυτήρια της Βέροιας ως συμπαίκτες, συνεχίζοντας μια οικογενειακή ποδοσφαιρική παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά. Ο Αντώνης έχει ήδη καταγράψει συμμετοχές με τη μεγάλη ομάδα, δείχνοντας ότι μπορεί να σταθεί στο υψηλό επίπεδο, ενώ ο Δημήτρης αποτελεί βασικό στέλεχος της Κ17, με το ταλέντο και την εξέλιξή του να του ανοίγουν τον δρόμο για την πρώτη ομάδα, καθώς ο προπονητής Δημήτρης Πρίντζιος τον έχει ήδη εντάξει στις προπονήσεις της.
Πρόκειται για μια «καρμική» σύμπτωση που προσθέτει ξεχωριστό χρώμα στην ιστορία του συλλόγου και αναδεικνύει τη διαχρονικότητα της Βέροιας, μιας ομάδας που δεν χάνει ποτέ τη σύνδεσή της με το παρελθόν, ενώ συνεχίζει να επενδύει στο μέλλον και στα δικά της παιδιά.
Άλλη μια κλασική, αυθεντική ιστορία που μόνο το ελληνικό –και ειδικά το παοκτσήδικο– ποδόσφαιρο μπορεί να γεννήσει.
Όταν ο Παντελής Καφές αγωνιζόταν στον ΠΑΟΚ και είχε αγοράσει ένα κίτρινο Fiat Punto, δεν άργησε να γίνει… θέμα. Σε γυράδικο της Τούμπας, φίλαθλος του ΠΑΟΚ τον πλησίασε και του πέταξε το αμίμητο:
«Ρε συ Παντελή, θες να μας τρελάνεις τελείως; Εμείς δεν βάζουμε μουστάρδα στα σάντουιτς επειδή είναι κίτρινη κι εσύ πήρες κίτρινο αμάξι;».
Μια ατάκα που αποτυπώνει τέλεια το πάθος, την υπερβολή και το χιούμορ της ασπρόμαυρης εξέδρας, γιατί στον ΠΑΟΚ, ακόμα και το χρώμα… μετράει.
Η εικόνα φιλάθλων διαφορετικών ομάδων να στέκονται αγκαλιασμένοι μετά από μια τραγωδία προκαλεί συγκίνηση, αλλά και ένα βαθύ αίσθημα αμηχανίας. Συγκίνηση, γιατί αποδεικνύει ότι η ανθρωπιά δεν έχει χρώματα. Αμηχανία, γιατί γεννά το ερώτημα: γιατί χρειάζεται να χαθούν ζωές για να θυμηθούμε το αυτονόητο; Ο οπαδισμός, όταν ξεφεύγει από το πάθος και μετατρέπεται σε τυφλή αντιπαλότητα, αλλοιώνει την ουσία του αθλητισμού. Οι στιγμές ενότητας μετά από τραγικά γεγονότα δείχνουν ότι ο σεβασμός υπήρχε πάντα — απλώς είχε θαφτεί κάτω από φανατισμό, στερεότυπα και μια κουλτούρα σύγκρουσης. Το ζητούμενο δεν είναι να συγκινούμαστε μόνο μετά την απώλεια, αλλά να καλλιεργούμε καθημερινά έναν αθλητισμό με όρια, μνήμη και ευθύνη.
Κάθε φορά που η κοινωνία των φιλάθλων ενώνεται μέσα από τον πόνο, αποδεικνύεται ότι το χάσμα δεν ήταν ποτέ αγεφύρωτο. Οι αγκαλιές μετά από μια τραγωδία δεν αναιρούν όσα προηγήθηκαν, αλλά αποκαλύπτουν πόσο εύθραυστες και τελικά ανούσιες είναι οι γραμμές που μας χωρίζουν. Η απώλεια ανθρώπινων ζωών λειτουργεί ως βίαιο ξυπνητήρι, που μας υπενθυμίζει ότι το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός γενικότερα είναι γιορτή, όχι πεδίο μάχης. Αν κάτι πρέπει να μείνει από αυτές τις στιγμές, δεν είναι μόνο τα λόγια συμπόνιας, αλλά η δέσμευση ότι ο σεβασμός δεν θα είναι προϊόν πένθους, αλλά συνειδητή επιλογή. Γιατί η πραγματική νίκη δεν έρχεται στο γήπεδο, αλλά στην κοινωνία.
Στο διαδίκτυο έχει εμπεδωθεί μια στρεβλή αντίληψη: ότι ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θέλει, όπως θέλει, χωρίς κανέναν έλεγχο και χωρίς καμία ευθύνη. Η προχειρότητα βαφτίζεται «άποψη» και το ψέμα μετατρέπεται σε «είδηση». Έτσι γεννιούνται τίτλοι εντυπωσιασμού, λέξεις-κράχτες όπως «αποκάλυψη» και «σοκ», και φωτογραφίες που χρησιμοποιούνται αυθαίρετα για να στηρίξουν αφηγήματα που δεν πατούν πουθενά στην πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παρουσίαση της συγκεκριμένης εικόνας ως «βαν του ΠΑΟΚ», ενώ δεν επρόκειτο για όχημα της ομάδας ή της ΠΑΕ, αλλά για όχημα μεμονωμένων φιλάθλων. Η διαφορά αυτή είναι τεράστια και σκόπιμα αποσιωπάται, γιατί η αλήθεια δεν «πουλάει» όσο η σύγχυση. Κι όμως, τέτοιες πρακτικές δεν είναι απλώς ανεύθυνες — είναι επικίνδυνες.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η προχειρότητα με την οποία διαστρεβλώνονται βασικά στοιχεία, όπως ακόμη και τα ονόματα ανθρώπων. Ο γνωστός δικηγόρος δεν λέγεται Μαράκης, αλλά Μαρακάκης. Όταν ούτε αυτό δεν ελέγχεται, γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει πρόθεση ενημέρωσης, αλλά μόνο δίψα για κλικ και εντυπώσεις. Στο διαδίκτυο όλοι έχουν «άποψη» και όλοι μιλούν, αλλά ελάχιστοι αναλαμβάνουν την ευθύνη για το τι προκαλούν τα λόγια τους. Όμως οι λέξεις δεν χάνονται στο κενό. Δημιουργούν κλίμα, οξύνουν τα πάθη, στοχοποιούν συλλογικότητες και τελικά έχουν πραγματικές κοινωνικές συνέπειες. Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι άλλοθι για την παραπληροφόρηση. Αν συνεχίσουμε να συγχέουμε την άποψη με το ψέμα, τότε δεν υποβαθμίζεται μόνο η ενημέρωση — υποβαθμίζεται η ίδια η κοινωνία.
Η απώλεια των φιλάθλων του ΠΑΟΚ, εκ των οποίων οι περισσότεροι κατάγονταν από την Αλεξάνδρεια, δεν μπορεί και δεν πρέπει να μας αφήσει αδιάφορους. Είναι μια τραγωδία που ξεπερνά τα όρια του αθλητισμού και αγγίζει ολόκληρη την κοινωνία. Τέτοιες στιγμές δεν προσφέρονται για σενάρια, υποθέσεις και βιαστικά συμπεράσματα. Το «γιατί πήγαν από τη Ρουμανία», το «ποια ήταν η αιτία της θανατηφόρας σύγκρουσης» και κάθε άλλο σχετικό ερώτημα οφείλουν να διερευνηθούν με πλήρη διαφάνεια από τη Δικαιοσύνη και μόνο από αυτήν. Οτιδήποτε άλλο απλώς τροφοδοτεί τη σύγχυση και τον πόνο.
Αυτό που πραγματικά πρέπει να μας προβληματίσει όλους είναι η αξία της καθημερινότητας και η ευθύνη που έχουμε απέναντι στη ζωή — τη δική μας και των άλλων. Οι απώλειες αυτές μας υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστα είναι όλα και πόσο σημαντικό είναι να προσέχουμε, χωρίς ελαφρότητα και επιπολαιότητα. Και δεν έχει καμία σημασία η ηλικία των παιδιών που χάθηκαν. Για τους γονείς τους, για τις οικογένειές τους, θα είναι πάντοτε «παιδιά». Εκεί καταρρέει κάθε αριθμός, κάθε στατιστική, κάθε ψυχρή ανάλυση. Μένει μόνο ο ανθρώπινος πόνος και η ανάγκη για σεβασμό, μνήμη και περίσκεψη.
Το «Κοκτέιλ» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Κερκίδα» της Δευτέρας











